έωλος
•
- παρωχημένομπαγιάτικος, που ξέμεινε από χθες, μουχλιασμένος, κλούβιος Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηξεπερασμένος, αβάσιμος, αστήρικτος, αθεμελίωτος Βικιλεξικό
- άλλες μορφές: αίολος
Ετυμολογία
έωλος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἕωλος < ἕως / ἠώς < πρωτοελληνική *ᾱϝ̔ως (*āhwōs) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂éwsōs (αυγή) < *h₂ews- (αυγή, ανατολή)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | έωλος | έωλη | έωλο |
| Γενική | έωλου | έωλης | έωλου |
| Αιτιατική | έωλο | έωλη | έωλο |
| Κλητική | έωλε | έωλη | έωλο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | έωλοι | έωλες | έωλα |
| Γενική | έωλων | έωλων | έωλων |
| Αιτιατική | έωλους | έωλες | έωλα |
| Κλητική | έωλοι | έωλες | έωλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →