ήδη
•
- λέγεται για επιβεβαίωση πως κάτι έχει πραγματοποιηθεί στο παρελθόν, χωρίς αμφιβολία Βικιλεξικό
- δηλώνει έμφαση για κάτι που έγινε στο άμεσο παρελθόν, με τρόπο πολύ πιο γρήγορο από όσο νομίζαμε· κιόλας Βικιλεξικό
- δηλώνει πως κάτι συνέβη στο παρελθόν και δεν είναι απαραίτητο να επαναληφθεί Βικιλεξικό
- αναφέρεται στο σήμερα, σε αντίθεση με το παρελθόν· τώρα πια, τώρα πλέον Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ήδη < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἤδη
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →