Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ήσκιωμα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η σκιά, κυρίως δέντρων και φυτών Βικιλεξικό
  2. ο τόπος που σκιάζεται Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάσυμβάν, κατάσταση, διάθεση που θορυβεί, ανησυχεί, θλίβει την ψυχή Βικιλεξικό
  4. κατ’ επέκτασηψυχική ανησυχία, μελαγχολία, θλίψη Βικιλεξικό
  5. κατά τη λαϊκή δοξασίαη πνευματική ή ψυχική συσκότιση από φάντασμα ή δυσμενές αόρατο πνεύμα Βικιλεξικό
  6. στον πληθυντικότα ησκιώματα: τα είδωλα των ονείρων, ενίοτε ως διαβολικές δυνάμεις Βικιλεξικό
    • ⌘ Γιάννης Γρυπάρης 1870-1942, «Ύπνου δάκρυα» @greek-language.gr, ποιητική συλλογή Σκαραβαῖοι καὶ τερρακόττες, Εκδ. Ι.Ν. Σιδέρης, έκδοση 2η, χ.χ. pdf @olympias Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων
    • Mπρόβαλε μέρα λιβανή κι ονειροξεδιαλύτρα να διώξης τα ησκιώματα του ύπνου από κοντά μου· μπρόβαλε μέρα, κοίμισε την υπνοφαντασιά μου, που ενώ κοιμούμαι ξαγρυπνά η νυχτοπαρωρίτρα.
  7. κάνω κάποιον άλλον να ξαγρυπνά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ήσκιωμα < ησκιώνω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήήσκιωμαησκιώματα
Γενικήησκιώματοςησκιωμάτων
Αιτιατικήήσκιωμαησκιώματα
Κλητικήήσκιωμαησκιώματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →