ήσκιωμα
•
- η σκιά, κυρίως δέντρων και φυτών Βικιλεξικό
- ο τόπος που σκιάζεται Βικιλεξικό
- μεταφορικάσυμβάν, κατάσταση, διάθεση που θορυβεί, ανησυχεί, θλίβει την ψυχή Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηψυχική ανησυχία, μελαγχολία, θλίψη Βικιλεξικό
- κατά τη λαϊκή δοξασίαη πνευματική ή ψυχική συσκότιση από φάντασμα ή δυσμενές αόρατο πνεύμα Βικιλεξικό
- στον πληθυντικότα ησκιώματα: τα είδωλα των ονείρων, ενίοτε ως διαβολικές δυνάμεις Βικιλεξικό
- ⌘ Γιάννης Γρυπάρης 1870-1942, «Ύπνου δάκρυα» @greek-language.gr, ποιητική συλλογή Σκαραβαῖοι καὶ τερρακόττες, Εκδ. Ι.Ν. Σιδέρης, έκδοση 2η, χ.χ. pdf @olympias Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων
- Mπρόβαλε μέρα λιβανή κι ονειροξεδιαλύτρα να διώξης τα ησκιώματα του ύπνου από κοντά μου· μπρόβαλε μέρα, κοίμισε την υπνοφαντασιά μου, που ενώ κοιμούμαι ξαγρυπνά η νυχτοπαρωρίτρα.
- κάνω κάποιον άλλον να ξαγρυπνά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ήσκιωμα < ησκιώνω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ήσκιωμα | ησκιώματα |
| Γενική | ησκιώματος | ησκιωμάτων |
| Αιτιατική | ήσκιωμα | ησκιώματα |
| Κλητική | ήσκιωμα | ησκιώματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →