ίαση
•
- λόγιοη θεραπεία, το αποτέλεσμα του θεραπεύω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ίαση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἴασις < ἰάομαι / ἰῶμαι < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *ḫeu̯is
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ίαση | ιάσεις |
| Γενική | ίασης | ιάσεων |
| Αιτιατική | ίαση | ιάσεις |
| Κλητική | ίαση | ιάσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →