ίγκλα
•
- λουρί που συγκρατεί το σαμάρι ή τη σέλα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ίγκλα < μεσαιωνική ελληνική ίγκλα < γίγκλα < κίγκλα < λατινική *cingla < cingula < cingo
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ίγκλα | ίγκλες |
| Γενική | ίγκλας | ιγκλών |
| Αιτιατική | ίγκλα | ίγκλες |
| Κλητική | ίγκλα | ίγκλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →