ίνα
•
- η κλωστή Βικιλεξικό
- οποιοδήποτε σώμα μοιάζει σαν κλωστή Βικιλεξικό
- η συνθετική ίνα για βιομηχανική χρήση ή προϊόν νανοτεχνολογίας Βικιλεξικό
- ίνες ενισχυμένου μπετού
Ετυμολογία
ίνα < αρχαία ελληνική ἴς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ίνα | ίνες |
| Γενική | ίνας | ινών |
| Αιτιατική | ίνα | ίνες |
| Κλητική | ίνα | ίνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →