Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ίσαλος

/ˈi.sa.los/επίθετο, αρσενικό
•
  1. ναυτικός όροςπου βρίσκεται σε ίσο ύψος με τη θάλασσα αναφέρεται στη γραμμή που σχηματίζεται στις πλευρές ενός σκάφους, εκεί όπου αυτές εφάπτονται με την επιφάνεια της θάλασσας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ίσαλος < ίσος + αρχαία ελληνική ἅλς (γενική: ἁλός), κατά το αρχαίο επίθετο ὁ/ἡ ὕφαλος, τὸ ὕφαλον :: Η λέξη μαρτυρείται από το 1858

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήίσαλοςίσαλη / ίσαλοςίσαλο
Γενικήίσαλουίσαληςίσαλου
Αιτιατικήίσαλοίσαληίσαλο
Κλητικήίσαλείσαληίσαλο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήίσαλοιίσαλεςίσαλα
Γενικήίσαλωνίσαλωνίσαλων
Αιτιατικήίσαλουςίσαλεςίσαλα
Κλητικήίσαλοιίσαλεςίσαλα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →