ίσαμε
•
- + αιτιατικήτόπο Βικιλεξικό
- περπατούσαν συζητώντας ίσαμε τη θάλασσα
- + επίρρημαχρόνο, όριο Βικιλεξικό
- θα περιμένω ίσαμε το βράδυ
- Ηταν θεόρατος, ίσαμε εκεί πάνω
- + αριθμητικόποσότητα, περίπου τόσο Βικιλεξικό
- Ήτον τεχνίτης ξυλογλύπτης ο Νίκος κ’ έβγαζε ταχτικά ίσαμ’ οχτώ δραχμές την ημέρα. Είχε πάρει μια δουλειά αποκοπή για δυο χιλιάδες κι ο μάστορας που του δούλευε τούδωσε ένα πεντακοσάρικο μπροστάντζα κ’ έτσι αποφάσισε να κάνη αυτό που τούλεγε η καρδιά του, να στεφανωθή τη Βεργινία. (Κωνσταντίνος Χρηστομάνος, Η κερένια κούκλα, Β, 1911)
- Ηταν ίσαμε 50 χρονών (πάνω-κάτω, περίπου 50, μάλλον όχι παραπάνω)
- σαν έμπαινε στο λουτρό να ξουριστεί, ήμουν με την ψυχή στο στόμα: κόβονταν ίσαμε εκατό φορές, το άκουγα να σκούζει και να σιγοβρίζει, κι έπειτα τα μούτρα του ήταν σαν κιγμάς, μες στα αίματα, που όσα κομματάκια χαρτί και να κόλλαγε, δεν φτούραγαν να το ρουφήξουν. (Αύγουστος Κορτώ, Τσιτσιμπού, η μάγισσα της πίστας, εκδ. Πατάκης, 2023)
Ετυμολογία
ίσαμε μεσαιωνικός σχηματισμός < ίσα με
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →