ίσια
•
- ευθεία Βικιλεξικό
- τον είδα να προχωρά ίσια προς το γκρεμό (κατευθείαν)
- κόψ' το 'ίσια το ύφασμα (ευθύγραμμα)
- ευθέως Βικιλεξικό
- Θα στο πω στα ίσια: δε θέλω να σε παντρευτώ!
- Τη ρώτησε έτσι απλά και ίσια. (⌘ Ευγενία Φακίνου, Η μεγάλη πράσινη, [μυθιστόρημα], 1987)
- μέχρι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ίσια, ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου ίσιος στον πληθυντικό
Άλλοι τύποι
ίσα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →