ίσκα
•
- είδος μύκητα (Phellinus igniarius), που το ξέραιναν και τον χρησιμοποιούσαν, παλαιότερα, ως φιτίλι για τσακμάκι Βικιλεξικό
- Πάντως στορνάρι είναι και η γνωστή πέτρα, που είναι «πυρίτης λίθος», η παλιά τσακμακόπετρα με τον πριόβολο και την ίσκα, που έτσι ανάβανε τα τσιμπούκια τους και που κατ’ επέκταση σημαίνει λίθος σκληρός, αιχμηρός, αγύριστος. (Νικόλαος Γιαννούλης, Το Αρματολίκι του Ασπροποτάμου κι οι Στορναραίοι, εκδ. Ε.Μ.Ο.Τ. (Εκδρομικός & Μορφωτικός Όμιλος Τρικάλων), Αθήνα 1981, σελ. 37.)
Ετυμολογία
ίσκα < μεσαιωνική ελληνική ἴσκα < λατινική esca < edo
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ίσκα | ίσκες |
| Γενική | ίσκας | — |
| Αιτιατική | ίσκα | ίσκες |
| Κλητική | ίσκα | ίσκες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →