Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ίσταμαι

ρήμα
•
  1. στην κοινή νεοελληνικήως δεύτερο συνθετικό των ρημάτων παθητικής φωνής: Βικιλεξικό
  2. στην κοινή νεοελληνικήως δεύτερο συνθετικό των ρημάτων παθητικής φωνής: Βικιλεξικό
  3. στην κοινή νεοελληνικήως δεύτερο συνθετικό των ρημάτων παθητικής φωνής: Βικιλεξικό
  4. στην κοινή νεοελληνικήως δεύτερο συνθετικό των ρημάτων παθητικής φωνής: Βικιλεξικό
  5. στην κοινή νεοελληνικήως δεύτερο συνθετικό των ρημάτων παθητικής φωνής: Βικιλεξικό
  6. στην κοινή νεοελληνικήως δεύτερο συνθετικό των ρημάτων παθητικής φωνής: Βικιλεξικό
  7. στην κοινή νεοελληνικήως δεύτερο συνθετικό των ρημάτων παθητικής φωνής: Βικιλεξικό
  8. στην κοινή νεοελληνικήως δεύτερο συνθετικό των ρημάτων παθητικής φωνής: Βικιλεξικό
  9. στην κοινή νεοελληνικήως δεύτερο συνθετικό των ρημάτων παθητικής φωνής: Βικιλεξικό
  10. στην κοινή νεοελληνικήως δεύτερο συνθετικό των ρημάτων παθητικής φωνής: Βικιλεξικό
  11. στην κοινή νεοελληνικήως δεύτερο συνθετικό των ρημάτων παθητικής φωνής: Βικιλεξικό
  12. στην κοινή νεοελληνικήως δεύτερο συνθετικό των ρημάτων παθητικής φωνής: Βικιλεξικό
  13. στην κοινή νεοελληνικήως δεύτερο συνθετικό των ρημάτων παθητικής φωνής: Βικιλεξικό
  14. στην κοινή νεοελληνικήως δεύτερο συνθετικό των ρημάτων παθητικής φωνής: Βικιλεξικό
  15. στην κοινή νεοελληνικήως δεύτερο συνθετικό των ρημάτων παθητικής φωνής: Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ίσταμαι < αρχαία ελληνική ἵσταμαι, μεσοπαθητική φωνή του ἵστημι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →