ίσταμαι
•
- στην κοινή νεοελληνικήως δεύτερο συνθετικό των ρημάτων παθητικής φωνής: Βικιλεξικό
- στην κοινή νεοελληνικήως δεύτερο συνθετικό των ρημάτων παθητικής φωνής: Βικιλεξικό
- στην κοινή νεοελληνικήως δεύτερο συνθετικό των ρημάτων παθητικής φωνής: Βικιλεξικό
- στην κοινή νεοελληνικήως δεύτερο συνθετικό των ρημάτων παθητικής φωνής: Βικιλεξικό
- στην κοινή νεοελληνικήως δεύτερο συνθετικό των ρημάτων παθητικής φωνής: Βικιλεξικό
- στην κοινή νεοελληνικήως δεύτερο συνθετικό των ρημάτων παθητικής φωνής: Βικιλεξικό
- στην κοινή νεοελληνικήως δεύτερο συνθετικό των ρημάτων παθητικής φωνής: Βικιλεξικό
- στην κοινή νεοελληνικήως δεύτερο συνθετικό των ρημάτων παθητικής φωνής: Βικιλεξικό
- στην κοινή νεοελληνικήως δεύτερο συνθετικό των ρημάτων παθητικής φωνής: Βικιλεξικό
- στην κοινή νεοελληνικήως δεύτερο συνθετικό των ρημάτων παθητικής φωνής: Βικιλεξικό
- στην κοινή νεοελληνικήως δεύτερο συνθετικό των ρημάτων παθητικής φωνής: Βικιλεξικό
- στην κοινή νεοελληνικήως δεύτερο συνθετικό των ρημάτων παθητικής φωνής: Βικιλεξικό
- στην κοινή νεοελληνικήως δεύτερο συνθετικό των ρημάτων παθητικής φωνής: Βικιλεξικό
- στην κοινή νεοελληνικήως δεύτερο συνθετικό των ρημάτων παθητικής φωνής: Βικιλεξικό
- στην κοινή νεοελληνικήως δεύτερο συνθετικό των ρημάτων παθητικής φωνής: Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ίσταμαι < αρχαία ελληνική ἵσταμαι, μεσοπαθητική φωνή του ἵστημι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →