α λα
•
- όπως, με τον τρόπο, σε απομίμηση Βικιλεξικό
- α λα γκαρσόν (à la garçonne σαν αγοροκόριτσο)
- α λα μοντ (à la mode)
- α λα καρτ ή αλακάρτ (à la carte)
Ετυμολογία
α λα < παρωχημένη γραφή για την (άμεσο δάνειο) γαλλική à la. Γράφετα πλέον ως πρόθημα αλα- σε σύνθεση με την επόμενη λέξη : Εξακολουθούν συχνά να γράφονται με το α λα φωνητικές μεταγραφές αυτούσιων γαλλικών όρων.
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →