α πριόρι
•
- λογικήεκ των προτέρων, λογικά αποκλείεται και δεν χρήζει απόδειξης Βικιλεξικό
- Α πριόρι, δεν υπάρχει 25άχρονος που είναι 50άρης.
- λογικήτο σίγουρο Βικιλεξικό
- Στο λέω εγώ, είναι α πριόρι αποτυχημένος ο γάμος τους και θα χωρίσουν.
- Πώς προεξοφλείς κάτι τέτοιο α πριόρι; (εκ των προτέρων, αναπόδεικτα)
Ετυμολογία
α πριόρι < (λόγιο δάνειο) νεολατινική a priori με ελληνικά γράμματα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →