α προπό
•
- με την ευκαιρία, δοθείσης της ευκαιρίας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
α προπό < (άμεσο δάνειο) γαλλική à propos < à propos < proposer < λατινική propono < pono < πρωτοϊταλική *posinō < po- + sinō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *sē(i)- (κείμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →