Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αέρας κοπανιστός

φράση
•
  1. ενέργεια ή υποσχέσεις χωρίς ουσία ή κέρδος Βικιλεξικό
    • Πασχίζαμε άδικα και πήραμε αέρα κοπανιστό. Ήταν λόγια του αέρα.
    • Αν πετύχουν, ο αγέρας γίνεται πνοή, πνεύμα, και «όπου θέλει πνει». Αν αποτύχουν, ήταν αέρας κοπανιστός. (Βασίλης Κατσικονούρης, Η ρωγμή των 7:45 μ.μ., εκδόσεις Καστανιώτη, 2016)

Ετυμολογία

αέρας κοπανιστός < → δείτε τις λέξεις αέρας και κοπανιστός • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →