Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αέρι

/aˈe.ɾi/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. λογοτεχνικόήπιος αέρας, αεράκι Βικιλεξικό
    • Έχεις μπροστά σου σήμερα τον Κώστα το Γαρέφη, / αγλήγορο σαν τον αϊτό, σάν τπ γοργό αέρι.

Ετυμολογία

αέρι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀέριν

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαέριαέρια
Γενική——
Αιτιατικήαέριαέρια
Κλητικήαέριαέρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →