αήρ
•
- καθαρεύουσαο αέρας Βικιλεξικό
- θρησκείαμικρό ύφασμα που καλύπτει στην Αγία Τράπεζα, που καλύπτει εκκλησιαστικά σκεύη (το Άγιο Ποτήριο ή τον Άγιο Δίσκο) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αήρ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀήρ
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →