αίθουσα
•
- στο σχολείομεγάλο δωμάτιο ενός κτηρίου που προορίζεται για τη συγκέντρωση πολλών ανθρώπων ή/και για κάποια ειδική χρήση Βικιλεξικό
- στον κινηματογράφομεγάλο δωμάτιο ενός κτηρίου που προορίζεται για τη συγκέντρωση πολλών ανθρώπων ή/και για κάποια ειδική χρήση Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάτο σύνολο των ανθρώπων που βρίσκονται σε μια αίθουσα Βικιλεξικό
- ανατομίατμήμα του εσωτερικού αφτιού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αίθουσα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική αἴθουσα στοά (στεγασμένος ανοικτός χώρος, εξωτερικά του σπιτιού, που άναβαν τη φωτιά) < θηλυκό της μετοχής ενεστώτα του ρήματος αἴθω (καίω) & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική salle
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αίθουσα | αίθουσες |
| Γενική | αίθουσας | αιθουσών |
| Αιτιατική | αίθουσα | αίθουσες |
| Κλητική | αίθουσα | αίθουσες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →