αίρω
•
- απομακρύνω κάτι αρνητικό Βικιλεξικό
- Έτσι τα κακώς κείμενα, οι αντιφάσεις, οι δυσλειτουργίες, οι ανεπιείκειες και οι αδικίες του κόσμου δεν θα αίρονταν ως δια μαγείας και από μόνες του (Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, Η γυμνή βασίλισσα, Έργα και ημέρες του οικονομικού λόγου, 2014)
- τερματίζω περιορισμούς, απομακρύνω εμπόδια, παύω συμφωνία, συνθήκη ή συμβόλαιο Βικιλεξικό
- αίρω το casus belli
- αίρω τη βουλευτική ασυλία
- Η Κυβέρνηση αίρει τα μέτρα για την αντιμετώπιση της διασποράς του κορονοϊού
Ετυμολογία
αίρω < αρχαία ελληνική αἴρω ("σηκώνω")
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αίρω | αίρεις | αίρει | αίρουμε | αίρετε | αίρουν / αίρουνε |
| Παρατατικός | ήρα | ήρες | ήρε | αίραμε | αίρατε | ήραν / αίραν / αίρανε |
| Αόριστος | ήρα | ήρες | ήρε | άραμε | άρατε | άραν / άρανε / ήραν |
| Μέλλοντας | θα άρω / θα αίρω | θα άρεις / θα αίρεις | θα άρει / θα αίρει | θα άρουμε / θα αίρουμε | θα άρετε / θα αίρετε | θα άρουν / θα άρουνε / θα αίρουν / θα αίρουνε |
| Παρακείμενος | έχω άρει | έχεις άρει | έχει άρει | έχουμε άρει | έχετε άρει | έχουν άρει |
| Υπερσυντέλικος | είχα άρει | είχες άρει | είχε άρει | είχαμε άρει | είχατε άρει | είχαν άρει |
| Υποτακτική | να άρω / να έχω άρει / να αίρω | να άρεις / να έχεις άρει / να αίρεις | να άρει / να έχει άρει / να αίρει | να άρουμε / να έχουμε άρει / να αίρουμε | να άρετε / να έχετε άρει / να αίρετε | να άρουν / να άρουνε / να έχουν άρει / να αίρουν / να αίρουνε |
| Προστακτική | — | άρε / αίρε | — | — | άρετε / αίρετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →