Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αίσθημα

/ˈe.sθi.ma/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ψυχολογίαη εντύπωση που έχουμε από τα εξωτερικά ερεθίσματα όπως τα λαμβάνουμε από τις αισθήσεις μας Βικιλεξικό
    • το αίσθημα του ψύχους
  2. ψυχολογίατο αποτέλεσμα της επενέργειας εσωτερικών ερεθισμάτων στον οργανισμό Βικιλεξικό
    • το αίσθημα της πείνας, της δίψας, της κόπωσης
  3. η αντίληψη που έχουμε για τον εαυτό μας Βικιλεξικό
    • ξεκινάμε την προσπάθεια με υψηλό αίσθημα ευθύνης
    • σε όλη του τη ζωή βασανιζόταν από αίσθημα κατωτερότητας
  4. σύνολο αντιλήψεων και συναισθημάτων που καθορίζουν τη στάση ενός ατόμου ή ένα μεγάλο τμήμα του πληθυσμού Βικιλεξικό
    • άνθρωπος με αισθήματα, το αίσθημα του δικαίου
    • το κοινό αίσθημα, το θρησκευτικό αίσθημα του λαού
    • Η ψυχολατρία (ανιμισμός) που διακρίνεται σε όλο το μυθιστόρημα, η έλλειψη κάθε αισθήματος αυτού που αποκαλούμε παράδοση, το διαρκές παρόν της πρωτόγονης συνείδησης διασαλεύονται από την ανάδυση της ατομικότητας που επιθυμεί να διαφέρει, να δημιουργήσει το χρόνο της και να δηλώνει σε συλλογικό επίπεδο τη διαφορετική της χρονική αίσθηση. (περιοδικό Διαβάζω, τεύχη 377-380, 1997)
  5. συναίσθημα Βικιλεξικό
    • τους συνδέει ένα βαθύ αίσθημα
    • Αφού μάταια προσπάθησαν κι οι δυο να αντισταθούν στο σκούντημα της ζωής, δόθηκαν ανεπιφύλακτα στο αλισβερίσι των αισθημάτων, των απολαύσεων, των επιθυμιών που φύλαγαν ο ένας για τον άλλο. (Δημήτρης Στεφανάκης, Πάντα η Αλεξάνδρεια, εκδ. Μεταίχμιο, σελ. 1917, 2024)
  6. λαϊκότροποσυναίσθημα Βικιλεξικό
    • Πώς τα πας με το αίσθημα;

Ετυμολογία

αίσθημα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική αἴσθημα < αἰσθάνομαι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαίσθημααισθήματα
Γενικήαισθήματοςαισθημάτων
Αιτιατικήαίσθημααισθήματα
Κλητικήαίσθημααισθήματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →