αβάδιστα
•
- χωρίς να (μπορεί να) περπατήσει Βικιλεξικό
- χωρίς κόπο Βικιλεξικό
- Αβάδιστα θα μπορούσε να αυξήσει τα έσοδα φορολογίας από τις επιχειρήσεις η νέα κυβέρνηση, σύμφωνα με παλαιά καραβάνα των δημόσιων οικονομικών. (*)
- χωρίς να (μπορούμε να) τον διαβούμε ή τον προσεγγίσουμε Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αβάδιστα < αβάδιστος + -α
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →