αβάκα
•
- Άρτακοινή κατάθεση χρησμάτων σε οικονομική συμφωνία Βικιλεξικό
- γενικότερασυμφωνία Βικιλεξικό
- έχω αβάκα με κάποιον (έχω συμφωνία με κάποιον)
Ετυμολογία
αβάκα < άγνωστης ετυμολογίας
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →