αβάντζο
•
- αύξηση πόντων σε τυχερά παιχνίδια, στη φράση Βικιλεξικό
- πάμε αβάντζο;
- λαϊκότροποπλεονέκτημα στον αντίπαλο Βικιλεξικό
- παραβγήκαμε στο τρέξιμο και νίκησες, αλλά σου είχα δώσει αβάντζο δέκα μέτρα γιατί είσαι μικρότερος
Ετυμολογία
αβάντζο < μεσαιωνική ελληνική ἀβάντζον < ιταλική avanzo (πλεόνασμα ισολογισμού)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αβάντζο | αβάντζα |
| Γενική | αβάντζου | αβάντζων |
| Αιτιατική | αβάντζο | αβάντζα |
| Κλητική | αβάντζο | αβάντζα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →