αβάς
•
- εκκλησιαστικός όροςκαθολικός ιερέας, πνευματικός πατέρας, ηγούμενος, ανώτερος μοναχός σε αβαείο Βικιλεξικό
- Το Καπιτουλάριο του 808 ρυθμίζει τα θέματα στρατολογίας στον αυτοκρατορικό στρατό και αναφέρει φεουδαρχικά υποτελείς επισκόπους και αβάδες (ηγούμενους) που διαθέτουν μεγάλα χαριστικά κτήματα (beneficia) (Ιστορικά, Τόμος 9, Ελευθεροτυπία, 2001, σελ. 45)
- εκκλησιαστικός όροςεπίσκοπος της κοπτικής, συριακής ή αιθιοπικής εκκλησίας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αβάς < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀββᾶς (καλόγηρος) < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ἀββᾶ / ἀββα (πατέρας, ιερατικός τίτλος, άκλιτο αρσενικό που θεωρήθηκε κλητική) < αραμαϊκή אבא (abba, πατέρας)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αβάς | αβάδες |
| Γενική | αβά | αβάδων |
| Αιτιατική | αβά | αβάδες |
| Κλητική | αβά | αβάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →