Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αβάφτιστος

/aˈva.fti.stos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει βαφτιστεί Βικιλεξικό
    • το μωρό είναι κιόλας δύο χρονών κι είναι ακόμα αβάφτιστο

Ετυμολογία

αβάφτιστος < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ἀβάπτιστος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαβάφτιστοςαβάφτιστηαβάφτιστο
Γενικήαβάφτιστουαβάφτιστηςαβάφτιστου
Αιτιατικήαβάφτιστοαβάφτιστηαβάφτιστο
Κλητικήαβάφτιστεαβάφτιστηαβάφτιστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαβάφτιστοιαβάφτιστεςαβάφτιστα
Γενικήαβάφτιστωναβάφτιστωναβάφτιστων
Αιτιατικήαβάφτιστουςαβάφτιστεςαβάφτιστα
Κλητικήαβάφτιστοιαβάφτιστεςαβάφτιστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →