Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αβέβηλος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει βεβηλωθεί, αβεβήλωτος, ο μη βεβηλωμένος, ο άγιος, ο απαραβίαστος, ο αγνός Βικιλεξικό
    • αβέβηλα χείλη, αβέβηλος χώρος

Ετυμολογία

αβέβηλος < αρχαία ελληνική ἀβέβηλος < ἀ- στερητικό + βέβηλος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαβέβηλοςαβέβηλη / αβέβηλοςαβέβηλο / αβέβηλος
Γενικήαβέβηλουαβέβηλης / αβεβήλουαβέβηλου
Αιτιατικήαβέβηλοαβέβηλη / αβέβηλοαβέβηλο
Κλητικήαβέβηλεαβέβηλε / αβέβηληαβέβηλο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαβέβηλοιαβέβηλες / αβέβηλοιαβέβηλα
Γενικήαβέβηλωναβέβηλων / αβεβήλωναβέβηλων
Αιτιατικήαβέβηλουςαβέβηλες / αβεβήλουςαβέβηλα
Κλητικήαβέβηλοιαβέβηλες / αβέβηλοιαβέβηλα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →