Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αβέλτερος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ανόητος, μωρός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αβέλτερος < αρχαία ελληνική ἀβέλτερος < α- στερητικό + βέλτερος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαβέλτεροςαβέλτερηαβέλτερο
Γενικήαβέλτερουαβέλτερηςαβέλτερου
Αιτιατικήαβέλτεροαβέλτερηαβέλτερο
Κλητικήαβέλτερεαβέλτερηαβέλτερο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαβέλτεροιαβέλτερεςαβέλτερα
Γενικήαβέλτερωναβέλτερωναβέλτερων
Αιτιατικήαβέλτερουςαβέλτερεςαβέλτερα
Κλητικήαβέλτεροιαβέλτερεςαβέλτερα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →