αβέρτα
•
- λαϊκότροποανοιχτά, ορθάνοιχτα Βικιλεξικό
- άσε την μπαλκονόπορτα αβέρτα
- λαϊκότροποσε μεγάλη ποσότητα, χωρίς φειδώ Βικιλεξικό
- ο θείος μου μας έδινε αβέρτα συμβουλές για το πως να συμπεριφερόμαστε
- δίνω αβέρτα χρήματα αλλά δεν νομίζω να γίνει η δουλειά μου
- λαϊκότροποανοιχτά, χωρίς περιστροφές Βικιλεξικό
- πήγα και του είπα αβέρτα πως δεν τον γουστάρω
Ετυμολογία
αβέρτα < αβέρτ(ος) + -α
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →