αβαθές
•
- λόγιοη έλλειψη βάθους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αβαθές < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου αβαθής → δείτε και τη λέξη αβαθή
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αβαθές | αβαθή |
| Γενική | αβαθούς | αβαθών |
| Αιτιατική | αβαθές | αβαθή |
| Κλητική | αβαθές | αβαθή |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →