αβανταδόρικος
•
- αυτός που ταιριάζει σε αβανταδόρο ή είναι προς όφελος κάποιου Βικιλεξικό
- Όσο αβανταδόρικος είναι ο ρόλος του κυβερνητικού εκπροσώπου, μιας και σου προμηθεύει καθημερινή δημοσιότητα, άλλο τόσο καταστροφικός μπορεί να αποδειχτεί.
Ετυμολογία
αβανταδόρικος < αβανταδόρ(ος) + -ικος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αβανταδόρικος | αβανταδόρικη | αβανταδόρικο |
| Γενική | αβανταδόρικου | αβανταδόρικης | αβανταδόρικου |
| Αιτιατική | αβανταδόρικο | αβανταδόρικη | αβανταδόρικο |
| Κλητική | αβανταδόρικε | αβανταδόρικη | αβανταδόρικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αβανταδόρικοι | αβανταδόρικες | αβανταδόρικα |
| Γενική | αβανταδόρικων | αβανταδόρικων | αβανταδόρικων |
| Αιτιατική | αβανταδόρικους | αβανταδόρικες | αβανταδόρικα |
| Κλητική | αβανταδόρικοι | αβανταδόρικες | αβανταδόρικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →