Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αβανταδόρικος

/a.van.daˈðo.ɾi.kos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. αυτός που ταιριάζει σε αβανταδόρο ή είναι προς όφελος κάποιου Βικιλεξικό
    • Όσο αβανταδόρικος είναι ο ρόλος του κυβερνητικού εκπροσώπου, μιας και σου προμηθεύει καθημερινή δημοσιότητα, άλλο τόσο καταστροφικός μπορεί να αποδειχτεί.

Ετυμολογία

αβανταδόρικος < αβανταδόρ(ος) + -ικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαβανταδόρικοςαβανταδόρικηαβανταδόρικο
Γενικήαβανταδόρικουαβανταδόρικηςαβανταδόρικου
Αιτιατικήαβανταδόρικοαβανταδόρικηαβανταδόρικο
Κλητικήαβανταδόρικεαβανταδόρικηαβανταδόρικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαβανταδόρικοιαβανταδόρικεςαβανταδόρικα
Γενικήαβανταδόρικωναβανταδόρικωναβανταδόρικων
Αιτιατικήαβανταδόρικουςαβανταδόρικεςαβανταδόρικα
Κλητικήαβανταδόρικοιαβανταδόρικεςαβανταδόρικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →