αβαρέλιαστος
•
- λαϊκότροποπου δεν έχει μπει σε βαρέλι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αβαρέλιαστος< α- + (βαρελιάζω) βαρελιασ- + -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αβαρέλιαστος | αβαρέλιαστη | αβαρέλιαστο |
| Γενική | αβαρέλιαστου | αβαρέλιαστης | αβαρέλιαστου |
| Αιτιατική | αβαρέλιαστο | αβαρέλιαστη | αβαρέλιαστο |
| Κλητική | αβαρέλιαστε | αβαρέλιαστη | αβαρέλιαστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αβαρέλιαστοι | αβαρέλιαστες | αβαρέλιαστα |
| Γενική | αβαρέλιαστων | αβαρέλιαστων | αβαρέλιαστων |
| Αιτιατική | αβαρέλιαστους | αβαρέλιαστες | αβαρέλιαστα |
| Κλητική | αβαρέλιαστοι | αβαρέλιαστες | αβαρέλιαστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →