αβαρία
•
- οποιαδήποτε οικονομική ζημιά ή βλάβη, ιδίως σε επιχείρηση, που επέρχεται κατά τη μεταφορά πραγμάτων Βικιλεξικό
- υποχώρηση που εκφράζεται με μείωση απαιτήσεων ή αξιώσεων έναντι τρίτων Βικιλεξικό
- πέταμα φορτίου στη θάλασσα σε ώρα κινδύνου Βικιλεξικό
- ναυτικός όροςέκτακτα έξοδα ή ζημιές που επέρχονται σε πλοίο ή στο φορτίο, από τη στιγμή του απόπλου μέχρι τον κατάπλου και την εκφόρτωσης Βικιλεξικό
- Το πολεμικό πλοίο Sirio αφού εντόπισε το πλοιάριο τη νύχτα του Σαββάτου, το προσέγγισε και βρήκε τους νεκρούς δίπλα στους 73 επιζώντες. Οι επιβάτες, στις μαρτυρίες τους, αναφέρουν ότι ξαφνικά οι μηχανές παρουσίασαν αβαρία.
Ετυμολογία
αβαρία < (άμεσο δάνειο) ιταλική avaria (ζημία πλοίου) < αραβική عوارية (ʿawāriyya) < عوار (ʿawār) < عور (ʿawira, χάνω το ένα μάτι, γίνομαι μονόφθαλμος) < ρίζα ع و ر (ʿ-w-r)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αβαρία | αβαρίες |
| Γενική | αβαρίας | αβαριών |
| Αιτιατική | αβαρία | αβαρίες |
| Κλητική | αβαρία | αβαρίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →