αβαρώς
•
- παρωχημένοελαφρώς Βικιλεξικό
- παρωχημένοελαφρώς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αβαρώς < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀβαρῶς. Συγχρονικά αναλύεται σε αβαρ(ής) + -ώς
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
αβαρώς < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀβαρῶς. Συγχρονικά αναλύεται σε αβαρ(ής) + -ώς
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →