αβασιμότητα
•
- λόγιοτο να είναι κάτι αβάσιμο, η ιδιότητα του αβάσιμου Βικιλεξικό
- Πανδημίες, πόλεμοι, ενεργειακή κρίση και οικονομική αβασιμότητα δεν πτοούν τους κροίσους αυτού του κόσμου.
Ετυμολογία
αβασιμότητα < αβάσιμ(ος) + -ότητα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αβασιμότητα | αβασιμότητες |
| Γενική | αβασιμότητας | αβασιμοτήτων |
| Αιτιατική | αβασιμότητα | αβασιμότητες |
| Κλητική | αβασιμότητα | αβασιμότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →