Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αβγατίζω

/a.vɣaˈti.zo/ρήμα
•
  1. λαϊκότροποπληθαίνω, αυξάνω, πολλαπλασιάζω Βικιλεξικό
    • Ο πατέρας τους έδωσε μικρή μαγιά αλλά ήταν δαιμόνια παιδιά και τα λεφτά αβγάτισαν
  2. λαϊκότροποπληθύνομαι, αυξάνομαι Βικιλεξικό
    • άλλες μορφές: αβγαταίνω
  3. λαϊκότροποδιογκώνω, υπερβάλλω Βικιλεξικό
    • Όλ' αυτά τα διηγούντο οι μάγκες όπως τα είχον ακούσει από τας προμήτοράς των, και μάλιστα το αυγάτιζαν κ' οι ίδιοι με την παιδικήν ψευδομανίαν των. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Η Φόνισσα, 1903)

Ετυμολογία

αβγατίζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀβγατίζω < ἐβγατίζω< *ἐβγατ(ός) + -ίζω < ελληνιστική κοινή ἐκβατός «που εκπληρώνεται» (με αντιμετάθεση φθόγγων) < αρχαία ελληνική ἐκβαίνω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαβγατίζωαβγατίζειςαβγατίζειαβγατίζουμεαβγατίζετεαβγατίζουν / αβγατίζουνε
Παρατατικόςαβγάτιζααβγάτιζεςαβγάτιζεαβγατίζαμεαβγατίζατεαβγάτιζαν / αβγατίζαν / αβγατίζανε
Αόριστοςαβγάτισααβγάτισεςαβγάτισεαβγατίσαμεαβγατίσατεαβγάτισαν / αβγατίσαν / αβγατίσανε
Μέλλονταςθα αβγατίζω / θα αβγατίσωθα αβγατίζεις / θα αβγατίσειςθα αβγατίζει / θα αβγατίσειθα αβγατίζουμε / θα αβγατίσουμεθα αβγατίζετε / θα αβγατίσετεθα αβγατίζουν / θα αβγατίζουνε / θα αβγατίσουν / θα αβγατίσουνε
Παρακείμενοςέχω αβγατίσειέχεις αβγατίσειέχει αβγατίσειέχουμε αβγατίσειέχετε αβγατίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα αβγατίσειείχες αβγατίσειείχε αβγατίσειείχαμε αβγατίσει——
Υποτακτικήνα έχω αβγατίσει / να αβγατίζω / να αβγατίσωνα έχεις αβγατίσει / να αβγατίζεις / να αβγατίσειςνα έχει αβγατίσει / να αβγατίζει / να αβγατίσεινα έχουμε αβγατίσει / να αβγατίζουμε / να αβγατίσουμενα έχετε αβγατίσει / να αβγατίζετε / να αβγατίσετενα αβγατίζουν / να αβγατίζουνε / να αβγατίσουν / να αβγατίσουνε
Προστακτική—αβγάτιζε / αβγάτισε——αβγατίζετε / αβγατίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →