αβγοκόβω
•
- μαγειρικήπροσθέτω σε ένα φαγητό αβγολέμονο Βικιλεξικό
- αβγοκόβω τη μαγειρίτσα
Ετυμολογία
αβγοκόβω < αβγο- + κόβω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αβγοκόβω | αβγοκόβεις | αβγοκόβει | αβγοκόβουμε | αβγοκόβετε | αβγοκόβουν / αβγοκόβουνε |
| Παρατατικός | αβγόκοβα | αβγόκοβες | αβγόκοβε | αβγοκόβαμε | αβγοκόβατε | αβγοκόβαν / αβγοκόβανε / αβγόκοβαν |
| Αόριστος | αβγοκόπηκα / αβγόκοψα | αβγόκοψες | αβγόκοψε | αβγοκόψαμε | αβγοκόψατε | αβγοκόψαν / αβγοκόψανε / αβγόκοψαν |
| Μέλλοντας | θα αβγοκόβω / θα αβγοκόψω | θα αβγοκόβεις / θα αβγοκόψεις | θα αβγοκόβει / θα αβγοκόψει | θα αβγοκόβουμε / θα αβγοκόψουμε | θα αβγοκόβετε / θα αβγοκόψετε | θα αβγοκόβουν / θα αβγοκόβουνε / θα αβγοκόψουν / θα αβγοκόψουνε |
| Παρακείμενος | έχω αβγοκόψει | έχεις αβγοκόψει | έχει αβγοκόψει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αβγοκόψει | είχες αβγοκόψει | είχε αβγοκόψει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αβγοκόψει / να αβγοκόβω / να αβγοκόψω | να έχεις αβγοκόψει / να αβγοκόβεις / να αβγοκόψεις | να έχει αβγοκόψει / να αβγοκόβει / να αβγοκόψει | να αβγοκόβουμε / να αβγοκόψουμε | να αβγοκόβετε / να αβγοκόψετε | να αβγοκόβουν / να αβγοκόβουνε / να αβγοκόψουν / να αβγοκόψουνε |
| Προστακτική | — | έχε αβγοκομμένο / αβγόκοβε / αβγόκοψε | — | — | αβγοκόβετε / αβγοκόψτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αβγοκόβομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →