αβγουλιέρα
•
- κουζινικάσκεύος με υποδοχή κατάλληλη ώστε να τοποθετηθεί ένα βραστό αβγό, αβγοθήκη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αβγουλιέρα < αβγούλ(ι) + -ιέρα < αβγό (παράβαλε τυρί > τυριέρα)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αβγουλιέρα | αβγουλιέρες |
| Γενική | αβγουλιέρας | — |
| Αιτιατική | αβγουλιέρα | αβγουλιέρες |
| Κλητική | αβγουλιέρα | αβγουλιέρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →