αβγουλού
•
- λαϊκότροποθηλυκό του αβγουλάς: πωλήτρια αβγών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αβγουλού < αβγουλ(άς) + κατάληξη θηλυκού -ού
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αβγουλού | αβγουλούδες |
| Γενική | αβγουλούς | αβγουλούδων |
| Αιτιατική | αβγουλού | αβγουλούδες |
| Κλητική | αβγουλού | αβγουλούδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →