αβδέλλα
•
- λαϊκότροποβδέλλα Βικιλεξικό
- ασθένεια που προσέβαλε πρόβατα και άλλα ζώα, κατά την οποία παράσιτο που είχε σχήμα φύλλου πρίνου, προκαλούσε σοβαρά προβλήματα στους πνεύμονες -κατά μία εκδοχή συνώνυμο της κλαπάτσας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αβδέλλα < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀβδέλλα < α- από τη συμπροφορά με αόριστο άρθρο (μια βδέλλα /miavðεla/) και ανασυλλαβισμό /mia avðεla/
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αβδέλλα | αβδέλλες |
| Γενική | αβδέλλας | αβδελλών |
| Αιτιατική | αβδέλλα | αβδέλλες |
| Κλητική | αβδέλλα | αβδέλλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →