Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αβδέλλα

/avˈðε.la/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λαϊκότροποβδέλλα Βικιλεξικό
  2. ασθένεια που προσέβαλε πρόβατα και άλλα ζώα, κατά την οποία παράσιτο που είχε σχήμα φύλλου πρίνου, προκαλούσε σοβαρά προβλήματα στους πνεύμονες -κατά μία εκδοχή συνώνυμο της κλαπάτσας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αβδέλλα < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀβδέλλα < α- από τη συμπροφορά με αόριστο άρθρο (μια βδέλλα /miavðεla/) και ανασυλλαβισμό /mia avðεla/

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαβδέλλααβδέλλες
Γενικήαβδέλλαςαβδελλών
Αιτιατικήαβδέλλααβδέλλες
Κλητικήαβδέλλααβδέλλες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →