αβδελλάς
•
- επάγγελμαο έμπορος που παλαιότερα τριγυρνούσε στις γειτονιές και πουλούσε βδέλλες για την αντιμετώπιση διαφόρων ασθενειών, ο βδελλοπώλης Βικιλεξικό
- το άτομο που μάζευε βδέλλες όπως π.χ. αθίγγανοι και άλλοι που έμπαιναν σε βάλτους ώστε να κολλήσουν οι βδέλλες στα πόδια τους και μετά να τις αποκολλήσουν για να τις πουλήσουν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αβδελλάς < ἀβδελλᾶς < ἀβδέλλα, αβδέλλα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αβδελλάς | αβδελλάδες |
| Γενική | αβδελλά | αβδελλάδων |
| Αιτιατική | αβδελλά | αβδελλάδες |
| Κλητική | αβδελλά | αβδελλάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →