αβελτίωτος
•
- που δεν έχει βελτιωθεί ή δεν είναι δυνατόν να βελτιωθεί Βικιλεξικό
- βιολογίαπου δεν έχει δεχθεί γενετική βελτίωση Βικιλεξικό
- Οι ελληνικοί γάιδαροι αποτελούν μιαν αβελτίωτη φυλή με έντονα τα χαρακτηριστικά των άγριων προγόνων τους, σε αντίθεση με τους κύπριος όνους, που είναι σαφώς βελτιωμένοι, μεγαλόσωμοι, σκουρόχρωμοι και πιστεύεται πως προέρχονται από βελτιωμένες φυλές της Αιγύπτου.
Ετυμολογία
αβελτίωτος < μεσαιωνική ελληνική ἀβελτίωτος < αρχαία ελληνική βελτιόω / βελτιῶ. Μορφολογικά αναλύεται σε α- + βελτιώ(νω) + -τος.
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αβελτίωτος | αβελτίωτη | αβελτίωτο |
| Γενική | αβελτίωτου | αβελτίωτης | αβελτίωτου |
| Αιτιατική | αβελτίωτο | αβελτίωτη | αβελτίωτο |
| Κλητική | αβελτίωτε | αβελτίωτη | αβελτίωτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αβελτίωτοι | αβελτίωτες | αβελτίωτα |
| Γενική | αβελτίωτων | αβελτίωτων | αβελτίωτων |
| Αιτιατική | αβελτίωτους | αβελτίωτες | αβελτίωτα |
| Κλητική | αβελτίωτοι | αβελτίωτες | αβελτίωτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →