Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αβερτοσύνη

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η απλοχεριά, η γενναιοδωρία Βικιλεξικό
  2. η απλοχωριά, η άνεση να κινηθείς σε έναν ανοιχτό χώρο (ή χωρίς χρονικούς περιορισμούς) Βικιλεξικό
    • H Σύρα η Kάτω, η Eρμούπολις, ήταν πιο ωραία από την Aπάνω διότι είχε πιο αβέρτα, πιο αβερτοσύνη (από τη βιογραφία του Μάρκου Βαμβακάρη)

Ετυμολογία

αβερτοσύνη < αβέρτος + -οσύνη

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαβερτοσύνηαβερτοσύνες
Γενικήαβερτοσύνηςαβερτοσυνών
Αιτιατικήαβερτοσύνηαβερτοσύνες
Κλητικήαβερτοσύνηαβερτοσύνες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →