Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αβιβλιογράφητος

/a.vi.vli.oˈɣɾa.fi.tos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν τον έχουν βιβλιογραφήσει, δεν τον έχουν καταχωρίσει σε βιβλιογραφική βάση Βικιλεξικό
    • Ο όγκος των δημοσιευμάτων γύρω από τον Παπαδιαμάντη είναι τεράστιος. Παραμένει, όμως, δυστυχώς, αβιβλιογράφητος.

Ετυμολογία

αβιβλιογράφητος < α- + βιβλιογραφώ + -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαβιβλιογράφητοςαβιβλιογράφητηαβιβλιογράφητο
Γενικήαβιβλιογράφητουαβιβλιογράφητηςαβιβλιογράφητου
Αιτιατικήαβιβλιογράφητοαβιβλιογράφητηαβιβλιογράφητο
Κλητικήαβιβλιογράφητεαβιβλιογράφητηαβιβλιογράφητο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαβιβλιογράφητοιαβιβλιογράφητεςαβιβλιογράφητα
Γενικήαβιβλιογράφητωναβιβλιογράφητωναβιβλιογράφητων
Αιτιατικήαβιβλιογράφητουςαβιβλιογράφητεςαβιβλιογράφητα
Κλητικήαβιβλιογράφητοιαβιβλιογράφητεςαβιβλιογράφητα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →