αβλάβεια
•
- η ιδιότητα της μη πρόκλησης βλάβης από πρόσωπο, αντικείμενο, κ.λπ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αβλάβεια < αρχαία ελληνική ἀβλάβεια < ἀβλαβής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αβλάβεια | αβλάβειες |
| Γενική | αβλάβειας | αβλαβειών |
| Αιτιατική | αβλάβεια | αβλάβειες |
| Κλητική | αβλάβεια | αβλάβειες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →