αβλεπτί
•
- σπάνιοχωρίς να δει κάποιος κάτι, χωρίς να το εξετάσει ή να το καλοσκεφτεί Βικιλεξικό
- Σε αντίθεση με τους ολλανδόφωνους φλαμανδούς Βέλγους και με όλους τους υπόλοιπους Ευρωπαίους (ακόμα κι αυτούς που διαθέτουν ριζοσπαστικές κυβερνήσεις), οι οποίοι προσυπέγραψαν αβίαστα και αβλεπτί την ευρω-καναδική εμπορική συμφωνία Ceta, η περιοχή της Βαλλονίας έθεσε συγκεκριμένους όρους.
- σπάνιογια συνέχιση της χαρτοπαιξίας χωρίς καν να κοιτάξουμε τα χαρτιά μας ή να δούμε το ποντάρισμα των άλλων παικτών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αβλεπτί < αρχαία ελληνική ἀβλεπτέω / ἀβλεπτ(ῶ) + -ί : (όρος χαρτοπαιξίας) < (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική sans voir
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →