αβοκάτος
•
- κρητικάο δικηγόρος Βικιλεξικό
- (κρητικά) -Ίντα δουλειά ήκαμε επαέ ο Μανόλης; -Αβοκάτος ήτανε.
- (κυπριακά) -Ο Τρίκκος, είσιεν θκιο κοπελλούθκια, ο ένας μουχτάρης του χωρκού τζι ο άλλος αβοκάτος.
Ετυμολογία
αβοκάτος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀβοκᾶτος < ιταλική avvocato < λατινική advocatus
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αβοκάτος | αβοκάτοι |
| Γενική | αβοκάτου | αβοκάτων |
| Αιτιατική | αβοκάτο | αβοκάτους |
| Κλητική | αβοκάτε | αβοκάτοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →