αβολιδοσκόπητος
•
- ναυτο βυθός που δεν έχει βολιδοσκοπηθεί, δηλαδή βυθομετρηθεί με ρίψη βολίδας, ο αβολίδωτος Βικιλεξικό
- ο πολύ βαθύς βυθός Βικιλεξικό
- επί ανθρώπωνεκείνος που οι σκέψεις ή/και οι διαθέσεις του, δεν έχουν ή δεν μπορούν να διερευνηθούν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αβολιδοσκόπητος < α- στερητικό + βολιδοσκοπώ + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αβολιδοσκόπητος | αβολιδοσκόπητη | αβολιδοσκόπητο |
| Γενική | αβολιδοσκόπητου | αβολιδοσκόπητης | αβολιδοσκόπητου |
| Αιτιατική | αβολιδοσκόπητο | αβολιδοσκόπητη | αβολιδοσκόπητο |
| Κλητική | αβολιδοσκόπητε | αβολιδοσκόπητη | αβολιδοσκόπητο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αβολιδοσκόπητοι | αβολιδοσκόπητες | αβολιδοσκόπητα |
| Γενική | αβολιδοσκόπητων | αβολιδοσκόπητων | αβολιδοσκόπητων |
| Αιτιατική | αβολιδοσκόπητους | αβολιδοσκόπητες | αβολιδοσκόπητα |
| Κλητική | αβολιδοσκόπητοι | αβολιδοσκόπητες | αβολιδοσκόπητα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →