αβουλία
•
- αδυναμία του χαρακτήρα να επιβάλει στον εαυτό του, τη θέλησή του, έλλειψη ισχυρής βούλησης, αδυναμία να πάρει κανείς αποφάσεις και πρωτοβουλίες. Βικιλεξικό
- Η τετράμηνη «διαβούλευση» ή καλύτερα «αβουλία» οδήγησε στην ανάγκη τα αναγκαία μέτρα να γίνουν σκληρότερα αλλά και η αντιμετώπιση της κρίσης δυσχερέστερη.
- ψυχιατρικήη έλλειψη βούλησης, λόγω παθολογικών αιτίων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αβουλία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀβουλία : (όρος ψυχιατρικής) < γαλλική aboulie
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αβουλία | αβουλίες |
| Γενική | αβουλίας | αβουλιών |
| Αιτιατική | αβουλία | αβουλίες |
| Κλητική | αβουλία | αβουλίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →