Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αβούλευτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. παρωχημένοασυμβούλευτος Βικιλεξικό
  2. παρωχημένοαπερίσκεπτος, αστόχαστος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αβούλευτος < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ἀβούλευτος < αρχαία ελληνική βουλεύομαι, παθητική φωνή του ρήματος βουλεύω < βουλή < βούλομαι < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *gʷel-

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαβούλευτοςαβούλευτηαβούλευτο
Γενικήαβούλευτουαβούλευτηςαβούλευτου
Αιτιατικήαβούλευτοαβούλευτηαβούλευτο
Κλητικήαβούλευτεαβούλευτηαβούλευτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαβούλευτοιαβούλευτεςαβούλευτα
Γενικήαβούλευτωναβούλευτωναβούλευτων
Αιτιατικήαβούλευτουςαβούλευτεςαβούλευτα
Κλητικήαβούλευτοιαβούλευτεςαβούλευτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →