Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αβούτηχτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν τον έχουν βουτήξει σε υγρό, δεν τον έχουν βυθίσει Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάπου δεν τον έχουν κλέψει Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάπου δεν έχει βασιλέψει, δεν έχει δύσει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αβούτηχτος < α- + βουτώ + -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαβούτηχτοςαβούτηχτηαβούτηχτο
Γενικήαβούτηχτουαβούτηχτηςαβούτηχτου
Αιτιατικήαβούτηχτοαβούτηχτηαβούτηχτο
Κλητικήαβούτηχτεαβούτηχτηαβούτηχτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαβούτηχτοιαβούτηχτεςαβούτηχτα
Γενικήαβούτηχτωναβούτηχτωναβούτηχτων
Αιτιατικήαβούτηχτουςαβούτηχτεςαβούτηχτα
Κλητικήαβούτηχτοιαβούτηχτεςαβούτηχτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →